Αφυδάτωση και κατάδυση.

hydration

 Tο νερό αποτελεί ένα μεγάλο ποσοστό του σωματικού μας βάρους και κάθε κύτταρο και ιστός εξαρτάται από αυτό. Ο λιπώδης ιστός έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε νερό, ενώ ο μυϊκός ιστός υψηλή. Για αυτό το λόγο, και η αναλογία του νερού στο σώμα μας, μπορεί να κυμανθεί από 40% σε παχύσαρκα άτομα έως και 70% σε μυώδη. (σε ένα μέσο ενήλικα άντρα το νερό αντιστοιχεί στο 60% του σωματικού βάρους του). Κατά κύριο λόγο προσλαμβάνεται μέσω της πρόσληψης υγρών και της τροφής (90%), και ένα μικρό ποσοστό (10%) συντίθεται από το σώμα, μέσω του μηχανισμού παραγωγής ενέργειας (προϊόν της κυτταρικής οξειδωτικής φωσφορυλίωσης). Η ακριβής ποσότητα του σωματικού νερού μεταβάλλεται διαρκώς, διότι αποβάλλεται από τους πνεύμονες, το δέρμα, τους νεφρούς και το γαστρεντερικό σύστημα, διαταράσσοντας έτσι την ισορροπία υγρών-ηλεκτρολυτών του σώματος. Αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα στην αποδοτική καρδιαγγειακή λειτουργία, στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος, στη λίπανση των αρθρώσεων, στη λειτουργία των αισθήσεων και στην απομάκρυνση των σωματικών αποβλήτων. Η αφυδάτωση μπορεί να προκαλέσει μείωση της δραστηριότητας των ενζύμων και των μηχανισμών παραγωγής ενέργειας που μπορεί να φτάσει μέχρι και το 40% μέσα σε μια ώρα.  Οι περισσότεροι άνθρωποι υποθέτουμε ότι πίνουμε αρκετά υγρά καθημερινά όπως καφέ, τσάι, αναψυκτικά ή αλκοόλ,  όμως τις περισσότερες φορές αυξάνουν τις απώλειες γιατί προκαλούν διούρηση και εφίδρωση. Το κάπνισμα ενισχύει το φαινόμενο αυτό. Ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η αφυδάτωση μπορεί να συμβεί πολύ γρήγορα και χωρίς να το καταλάβουμε.

H ημερήσια βασική ανάγκη σε νερό σε έναν ενήλικα κυμαίνεται μεταξύ 2 – 4 λίτρων.  Ωστόσο παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η σωματική μάζα, η φαρμακευτική αγωγή, το κλίμα, η σωματική  δραστηριότητα, διατροφή κλπ. μπορεί να απαιτήσουν περισσότερη καθημερινή λήψη νερού.

Υπολογισμός βασικής πρόσληψης νερού.

  • Για τα πρώτα 10 kg σωματικού βάρους η ημερήσια πρόσληψη πρέπει να είναι 100cc (ή ml) ανά kg.
  • Για τα επόμενα 10 kg σωματικού βάρους, η πρόσληψη πρέπει να είναι 50 cc / kg.
  • Και για κάθε επιπλέον κιλό σωματικού βάρους, απαιτείται 10 cc / kg πρόσληψη.

Παράδειγμα δύτης 80 Κg, βασική ανάγκη 2100cc:

  • 10 Kg * 100cc  = 1000cc
  • 10 kg * 50cc  = 500cc
  • 60 Kg * 10cc = 600cc

Λειτουργίες του νερού στο σώμα.

  • Βασικό δομικό συστατικό του κυτταροπλάσματος, που είναι το θεμελιώδες κυτταρικό στοιχείο όλων των ζωντανών οργανισμών.
  • Προστατεύει τους ιστούς ζωτικής σημασίας, όπως ο νωτιαίος μυελός και ο εγκέφαλος.
  • Λίπανση των αρθρώσεων. Το υγρό που περιβάλλει τις αρθρώσεις επιτρέπει στα οστά να κινούνται ελεύθερα το ένα πάνω στο άλλο.
  • Συμβάλλει στον έλεγχο της ωσμωτικής πίεσης του σώματος και τη διατήρηση κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ νερού και ηλεκτρολυτών. Κάθε σημαντική αλλαγή στη συγκέντρωση των ηλεκτρολυτών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις κυτταρικές λειτουργίες.
  • Αποτελεί βασικό συστατικό του αίματος, που με τη σειρά του είναι ο σημαντικότερος μεταφορέας οξυγόνου, θρεπτικών συστατικών, ορμονών και άλλων ουσιών στα κύτταρα για τις λειτουργίες τους, καθώς και άχρηστων προϊόντων του μεταβολισμού από τα κύτταρα προς τα όργανα όπως οι πνεύμονες και οι νεφροί, για να απεκκριθούν από το σώμα.
  • Είναι απαραίτητο για τη ομαλή λειτουργία των αισθήσεων. Τα ακουστικά κύματα μεταφέρονται μέσω υγρού που βρίσκεται στο έσω αυτί. Το υγρό του οφθαλμικού βολβού συμμετέχει στη διαδικασία αντανάκλασης του φωτός για τη σωστή όραση. Για να λειτουργήσουν οι αισθήσεις της γεύσης και της όσφρησης, οι τροφές και οι ουσίες πρέπει να είναι διαλυμένες σε νερό.
  • Ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος. Αποτελεί το βασικό συστατικό του ιδρώτα, ο οποίος μέσω της εξάτμισης του, βοηθά στην αποβολή της περίσσειας θερμότητας από το σώμα.

Αποθήκευση του νερού στο σώμα. 

Περίπου το 65% του νερού του σώματος είναι αποθηκευμένο στο εσωτερικό των κυττάρων (ενδοκυττάριο) και είναι σημαντικό για τις κυτταρικές λειτουργίες. Το υπόλοιπο 35% βρίσκεται έξω από τα κύτταρα (εξωκυττάριο, διακυττάριο, ενδαγγειακό, λοιπά). Το νερό αποθηκεύεται και μετακινείται συνεχώς στα διάφορα διαμερίσματα του σώματος, σε συνδυασμό με πρωτεΐνες, υδατάνθρακες και ηλεκτρολύτες. Η ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών μεταξύ των διαμερισμάτων είναι εξαιρετικής σημασίας. Οι μεταβολές των υγρών, όπως για παράδειγμα ελάττωση του όγκου αίματος και κυτταρική αφυδάτωση, που είναι πιθανό να συμβούν σε κατάσταση αφυδάτωσης, μπορούν να οδηγήσουν στην εμφάνιση κόπωσης ή θερμικής βλάβης. Το σώμα μας για να συγκρατήσει αυτό το νερό μέσα στα κύτταρα, θα πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

  • Να υπάρχουν επαρκή μεταλλικά στοιχεία και άλατα. (νάτριο, κάλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο, σίδηρος κλπ.)
  • Να μπορεί το κύτταρο να παράγει αρκετή ενέργεια ώστε να τροφοδοτεί τις κυτταρικές αντλίες που ρυθμίζουν την ενδοκυττάρια ποσότητα νερού.
  • Να υπάρχει επάρκεια σε αμινοξέα και πρωτεΐνες ώστε να είναι το σώμα μας σε θέση να δομήσει τους μηχανισμούς που διατηρούν την επαρκή ενυδάτωση.
  • Θα πρέπει να έχει στη διάθεση του όλα τα μικροθρεπτικά συστατικά (βιταμίνες, ένζυμα, λιπαρά οξέα) που είναι αναγκαία για την διατήρηση της βιοχημικής ισορροπίας (ομοιοστασία) των κυττάρων.

Το να πίνει κανείς νερό ενώ δεν πληρούνται τα παραπάνω θα μπορούσε να επιδεινώσει την αφυδάτωση αντί να την βελτιώσει.

Ρύθμιση του νερού στο σώμα.

Το νερό του σώματος διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα (νορμοϋδάτωση) μέσω της λειτουργίας των νεφρών, αποβάλλοντας την περίσσεια υγρού (υπερυδάτωση), όσο και κατακρατώντας νερό σε περίπτωση υποϋδάτωσης.  Απώλεια νερού μεγαλύτερη από την πρόσληψη του,  οδηγεί στην αφυδάτωση (υποϋδάτωση). Η διατήρηση ενός φυσιολογικού εσωτερικού περιβάλλοντος, έτσι ώστε το σώμα να κατανείμει και να χρησιμοποιήσει ιδανικά το νερό, τους ηλεκτρολύτες, τις ορμόνες και άλλες ουσίες απαραίτητες για τη ζωή, καλείται ομοιόσταση. Η βασική διαδικασία ανάδρασης για τον έλεγχο του νερού του σώματος πραγματοποιείται μέσω της ωσμωτικότητας των διαφόρων σωματικών υγρών. Ωσμωτικότητα καλείται η ποσότητα ή η συγκέντρωση των διαλυμένων ουσιών μέσα σε ένα διάλυμα. Στο σώμα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών ουσιών που είναι ωσμωτικά δραστικές: η γλυκόζη, οι πρωτεΐνες και διάφοροι ηλεκτρολύτες, όπως το νάτριο. Οι ουσίες αυτές είναι διαλυμένες μέσα στο νερό του σώματος. Ένας όρος που συχνά χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την ωσμωτικότητα είναι η τονικότητα, που σημαίνει τάση ή πίεση. Όταν δύο διαλύματα έχουν την ίδια ωσμωτική πίεση λέγονται ισοωσμωτικά ή ισοτονικά. Όταν δύο διαλύματα με διαφορετικές συγκεντρώσεις διαλυμένης ουσίας συγκρίνονται, αυτό με τη μεγαλύτερη ωσμωτική πίεση καλείται υπερτονικό και το άλλο υποτονικό. Αίτια που προκαλούν αφυδάτωση, προκαλούν αύξηση της ωσμωτικότητας και μείωση του όγκου του πλάσματος του αίματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αφυδάτωση προκαλεί δίψα και αυξάνει τα επίπεδα της αντι-διουρητικής ορμόνης βασοπρεσίνης (ADH). Η δίψα συμβάλλει στην αύξηση της πρόσληψης υγρών και η υψηλή συγκέντρωση της ADH εμποδίζει τη περαιτέρω απώλεια νερού, αυξάνοντας τη σωληναριακή επαναρρόφηση του νερού στους νεφρούς και μειώνοντας την παραγωγή των ούρων.

Υδατική ισορροπία.

Σε ηρεμία, το συνολικό σωματικό νερό παραμένει το ίδιο παρά τη συνεχή ροή του μεταξύ των υδατικών διαμερισμάτων και την ανταλλαγή του με το εξωτερικό περιβάλλον. Ο όγκος του νερού που προσλαμβάνεται και αποβάλλεται διαφέρει από άτομο σε άτομο. Σε ενήλικες που κάνουν ελαφριά σωματική δραστηριότητα και ζουν σε ήπιες περιβαλλοντικές συνθήκες το 10% της συνήθους καθημερινής “πρόσληψης” νερού είναι αποτέλεσμα της κυτταρικής οξειδωτικής φωσφορυλίωσης (συντίθεται από το σώμα). Το υπόλοιπο 90% προσλαμβάνεται εξωτερικά, το 60% από υγρά και το 30% από τη χορηγούμενη τροφή. Η καθημερινή αποβολή ή απώλεια νερού γίνεται μέσω των ούρων από τους νεφρούς (60%), μέσω της εξάτμισης από την αναπνοή, την επιδερμίδα και τον ιδρώτα (35%, άδηλη απώλεια), και των κοπράνων (5%).

Τι συμβαίνει όταν αφυδατωνόμαστε.

Η αφυδάτωση μπορεί να προέλθει είτε από αυξημένη απώλεια και αύξηση της δίψας είτε από ελαττωμένη πρόσληψη υγρών. Στην αφυδάτωση το αίμα συμπυκνώνεται και γίνεται υπέρτονο. Επειδή όμως η διατήρηση φυσιολογικού όγκου αίματος είναι μείζονος σημασίας, το αίμα τείνει να απορροφήσει νερό από τα κύτταρα του σώματος. Εξειδικευμένα κύτταρα του υποθαλάμου, που λέγονται ωμωϋποδοχείς, είναι ευαίσθητα σε αλλαγές της ωσμωτικής πίεσης. Αυτά αντιδρούν σε περιπτώσεις συμπύκνωσης των υγρών του σώματος, ενεργοποιώντας την απελευθέρωση μιας ορμόνης από την υπόφυση, το σημαντικότερο ίσως αδένα του σώματος. Η ορμόνη αυτή είναι η αντιδουρητική ορμόνη (ADH). Η ADH μεταφέρεται με το αίμα στους νεφρούς και τους διεγείρει, ώστε να επαναρροφήσουν περισσότερο νερό. Αντίστοιχα, μειώνεται σημαντικά η απέκκριση νερού από τα ούρα.

Τα συμπτώματα της ήπιας αφυδάτωσης περιλαμβάνουν:

  • δίψα,
  • μειωμένη ποσότητα ούρων,
  • ασυνήθιστα σκούρα ούρα,
  • δυσκοιλιότητα,
  • ανεξήγητη κόπωση,
  • ευερεθιστότητα,
  • έλλειψη δακρύων,
  • κεφαλαλγία,
  • ξηροστομία,
  • ζαλάδα (λόγω υπότασης),
  • αϋπνία.

Τα συμπτώματα της σοβαρής αφυδάτωσης περιλαμβάνουν:

  • πονοκεφάλους,
  • μυϊκές κράμπες,
  • μειωμένη αρτηριακή πίεση (υπόταση),
  • ζάλη ή λιποθυμία όταν στέκεστε όρθιοι (εξαιτίας υπότασης).
  • παραλήρημα,
  • απώλεια των αισθήσεων,
  • οίδημα της γλώσσας,
  • θάνατο.      

Πώς «χάνουμε» νερό στις καταδύσεις.

Επιδερμίδα – Η απώλεια νερού μέσω της εξάτμισης του από την επιδερμίδα και τους υμένες των αναπνευστικών αεραγωγών πραγματοποιείται μέσω της άδηλης διάχυσης. Ονομάζεται άδηλη ή ανεπαίσθητη απώλεια ύδατος γιατί ένα άτομο δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη συνεχή διεργασία. Μπορεί να υπάρξει επιπρόσθετη εξάτμιση ύδατος από την επιδερμίδα με την παραγωγή και εμφάνιση του ιδρώτα. Για τον μέσο ενήλικα, η άδηλη απώλεια νερού μέσω διάχυσης είναι περίπου 450 ml ημερησίως.

Εφίδρωση – Η εφίδρωση αποτελεί την κύρια οδό απώλειας νερού κατά την πραγματοποίηση άσκησης ή/και θερμικής καταπόνησης. Βασική λειτουργία που βοηθά το σώμα σας να παραμείνει δροσερό. Συντελείται με την έκκριση και εξάτμιση υγρoύ πλούσιο σε νερό (99%) και βασικούς ηλεκτρολύτες (νάτριο, χλώριο, κάλιο) από τους ιδρωτοποιούς αδένες, βοηθώντας στην αποβολή της περίσσειας θερμότητας από το σώμα.Στο σώμα μας φέρουμε περί τα 2-4 εκατ. αδένες οι οποίοι ενεργοποιούνται πλήρως κατά την εφηβεία. Οι γυναίκες φέρουν περισσότερους από τους άνδρες, αλλά των ανδρών είναι πιο δραστήριοι (ενεργοποιούνται σε μικρότερη θερμοκρασία). Η εφίδρωση αυξάνεται κατά την διάρκεια φυσικής δραστηριότητας ή θερμικής καταπόνησης. Για παράδειγμα, αθλητές μπορούν να εμφανίσουν απώλεια ιδρώτα από 1,5 έως 3 λίτρα ανά ώρα (L/h) όταν πραγματοποιούν έντονη άσκηση σε θερμό περιβάλλον. Ακόμα και σε χαμηλές θερμοκρασίες (10οC), η απώλεια του ιδρώτα μπορεί να ξεπεράσει το 1 L/h.Καταδύσεις που πραγματοποιούνται σε ζεστές περιόδους ή ζεστά νερά, αυξάνουν την εφίδρωση. Hμεταφορά του εξοπλισμού, η στολή υγρού τύπου ή στεγανή, συντελούν στην αυξημένη εφίδρωση σε σημείο που πολλές φορές δεν είναι αντιληπτό.

Αναπνοή – Διαδικασία που παραδίδει οξυγόνο στο σώμα μας και απομακρύνει το διοξείδιο του άνθρακα. Εκτός από την αφαίρεση του διοξειδίου του άνθρακα, η αναπνοή οδηγεί και σε απώλεια νερού μέσω της εκπνοής. Η απώλεια αυτή επηρεάζεται από παράγοντες όπως η θερμοκρασία και η υγρασία του εισπνεόμενου μείγματος, τη βαρομετρική πίεση αλλά και τη σωματική δραστηριότητα, τον καρδιακό ρυθμό και ρυθμό αερισμού των πνευμόνων. Η σωματική δραστηριότητα γενικά έχει μεγαλύτερη επίδραση στις αναπνευστικές απώλειες του νερού από ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες. Η ημερήσια αναπνευστική απώλεια νερού είναι κατά μέσο όρο 250 ml έως 350 ml/ημέρα για άτομα με καθιστική ζωή και μπορεί να αυξηθεί σε 500-600 ml/ημέρα για δραστήρια άτομα που ζουν σε ήπια κλίματα, στο επίπεδο της θάλασσας.

Αναπνευστική απώλεια νερού σε ακινησία, ελαφριά ή έντονη άσκηση:

hydration2

 

Ήλιος – Η κατάδυση είναι μια υπαίθρια δραστηριότητα που μας εκθέτει σημαντικά στον ήλιο. Ένα ήπιο έως μέτριο ηλιακό έγκαυμα μπορεί να αφήσει το δέρμα κόκκινο, ζεστό και ξηρό. Ακριβώς όπως και με οποιοδήποτε άλλο έγκαυμα, το σώμα αντιδρά με το να στείλει υγρασία προς στο δέρμα. Στην ύπαιθρο, ο αέρας θα εξατμίσει την υγρασία από το δέρμα, προκαλώντας περαιτέρω απώλεια.

Άνεμος – Εξατμίζει την υγρασία από το δέρμα. Παράγοντες όπως η θερμοκρασία, η υγρασία, η ταχύτητα του, αλλά και η επιφάνεια του εκτεθειμένου σώματος προς αυτόν, επηρεάζουν την ταχύτητα εξάτμισης και κατά συνέπεια τα ποσά υγρασίας.

Αλάτι – Η επαφή με το νερό της θάλασσας πριν, κατά και μετά τη βουτιά, αφήνει μικρούς κρύσταλλος αλατιού στο δέρμα και στα μαλλιά μας. Το αλάτι έχει την ικανότητα να προσελκύσει και να δεσμεύει την υγρασία του δέρματος.

Διούρηση – Το ισοζύγιο μεταξύ του εισερχόμενου και του εξερχόμενου σωματικού ύδατος διασφαλίζεται με τη ρύθμιση της απώλειας αυτού στα ούρα η οποία μπορεί να κυμαίνεται ευρέως. Για παράδειγμα για αφυδατωμένα άτομα που ζουν σε θερμό κλίμα, η ελάχιστη ημερήσια παραγωγή ούρων μπορεί να είναι μικρότερη από 400 ml. Γενικά, η παραγωγή ούρων κατά μέσο όρο αντιστοιχεί σε 1-2 λίτρα την ημέρα. Η άσκηση και το θερμό κλίμα μειώνουν την παραγωγή ούρων κατά 20 έως 60%. Η αυξημένη διούρηση αυξάνει τις απώλειες σε απαραίτητα μεταλλικά στοιχεία και μικροθρεπτικά συστατικά και δυσκολεύει τη συγκράτηση υγρών από το σώμα

ΈμετοςΔιάρροια. – Οι γαστρεντερικές απώλειες νερού σε υγιείς ενήλικες είναι μικρές και κυμαίνονται μεταξύ 100-200 ml ημερησίως. Το μεγαλύτερο ποσοστό των υγρών που εισέρχονται στο λεπτό και παχύ έντερο επαναρροφώνται εκεί. Ναυτία μπορεί να προκληθεί από τη μεταφορά μας με σκάφος στο σημείο κατάδυσης. Σε περιπτώσεις έμετου, διάρροιας ή άλλων γαστρεντερικών παθολογιών η απώλεια νερού μπορεί να αυξηθεί σημαντικά και να προκαλέσει σοβαρή αφυδάτωση και ηλεκτρολυτικές διαταραχές.

Αλκοόλ – Δεδομένου ότι είναι ένα διουρητικό, καταστέλλει την παραγωγή αντι-διουρητικής ορμόνης ( βασοπρεσίνη (ΑDH) και έτσι επιταχύνει την απώλεια υγρών και οδηγεί σε αφυδάτωση. Μειώνει την παραγωγή γλυκόζης από το ήπαρ, (πηγή ενέργειας), παρεμβαίνει στο νοητικό και κινητικό έλεγχο και ενισχύει την επίδραση της νάρκωσης.

Διατροφή – Ποσότητες ούρων πρέπει να παραχθούν για να αποβάλουν τα απόβλητα του αζώτου από το μεταβολισμό της πρωτεΐνης στη διατροφή μας. Ως εκ τούτου, μια δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνες θα αυξήσει την ποσότητα των ούρων που πρέπει να παραχθούν, συμβάλλοντας στην αφυδάτωση.

Πώς επηρεάζει η αφυδάτωση δύτες;

Το αίμα αποτελείται κατά 22% από στερεά και κατά 78% από νερό, και διασχίζει το ανθρώπινο σώμα μέσω του δικτύου των αιμοφόρων αγγείων επιφανείας περί τα 8.000 m2. Με κάθε παλμό, η καρδιά διοχετεύει περίπου 70 mlαίματος στις αρτηρίες, που ισοδυναμούν με περίπου 7.000 L ημερησίως.  Η κυκλοφορία του, επιτελεί διάφορες λειτουργίες όπως τη μεταφορά θρεπτικών ουσιών, ορμονών, βιταμινών, θερμότητας και αερίων αίματος (οξυγόνου, αζώτου, διοξείδιο του άνθρακα κλπ.) προς και από τους ιστούς, καθώς και την απομάκρυνση άχρηστων ουσιών που παράγονται κατά τον μεταβολισμό. Καθώς βυθιζόμαστε, η πίεση και η χαμηλή θερμοκρασία του νερού προκαλεί μεταβολή της κυκλοφορίας του αίματος από το άκρα προς τον κορμό (περιφερική αγγειοσύσπαση). Το σώμα αναγνωρίζει αυτή την αύξηση του αίματος γύρω από τα βασικά όργανα η οποία επιφέρει αύξηση της αρτηριακής πίεσης, και επιχειρεί να αποβάλει το «περίσσιο» αίμα (πλάσμα, νερό) αυξάνοντας την παραγωγή ούρων. Το αίμα συμπυκνώνεται και γίνεται περισσότερο ιξώδες. Μειώνεται η ικανότητα του να μεταφέρει θρεπτικά συστατικά και αέρια αίματος. Αυτό οδηγεί σε κόπωση των μυών, κράμπες, υψηλή αρτηριακή πίεση, ταχυπαλμία, σύγχυση, αυξημένη αναπνοή, καθιστώντας το δύτη μη αποδοτικό ή και ανίκανο να ολοκληρώσει τη κατάδυση. Η μείωση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος, συμβάλλει στη μειωμένη αιμάτωση των ιστών, και ως εκ τούτου, στην ελλιπής εξάλειψη των αδρανών αερίων, αυξάνοντας τις πιθανότητες νόσου εξ αποσυμπίεσεως.

Συμβουλές για σωστή ενυδάτωση.

  • Να ενυδατώνεστε νωρίς, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώρες ή και μέρες πριν την κατάδυση σας.
  • Να ελέγχετε τη πρόσληψη νερού με τη χρήση υδροδοχείων με σημάδια μέτρησης.
  • Να ενυδατώνεστε κατά τα διαλείμματα επιφανείας.
  • Κατανάλωση φρούτων και χυμών λαχανικών πλούσιων σε νερό, φρουκτόζη και βιταμίνες, πριν και μετά τη βουτιά.
  • Χρησιμοποιήστε όσο γίνεται περισσότερο τις περιοχές όπου παρέχουν σκιά, ειδικά για το στήσιμο και μεταφορά του εξοπλισμού.
  • Μην φοράτε και παραμένετε με τη στολή κατάδυσης για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρά μόνο όταν είστε έτοιμοι να βουτήξετε.
  • Ανανεώνετε το αντηλιακό σας κάθε μια ώρα αλλά και αμέσως μετά τη βουτιά. Το αντιηλιακό με την εφίδρωση και την παραμονή υποβρυχίως ξεπλένεται. Χρησιμοποιήστε δείκτη SPF 30 ή υψηλότερο.
  • Χρησιμοποιείτε ελαφριές μακρυμάνικες μπλούζες ή αντιανεμικά για να προστατευτείτε από τον ήλιο και τον αέρα.
  • Ξεπλύνετε το αλάτι από το δέρμα σας το συντομότερο μετά από κατάδυση.
  • Συμβουλευτείτε τον ιατρό σας για την πρόληψη της ναυτίας.
  • Σε περίπτωση έμετου ή διάρροιας, θυμηθείτε να αποκαταστήσετε τα υγρά και τους ηλεκτρολύτες το συντομότερο.
  • Αποφύγετε τα διουρητικά, ιδίως το αλκοόλ.
  • Συστήνεται νερό βρύσης και αθλητικά ποτά.
  • Μικρή αύξηση στη χρήση φυσικού μη ραφιναρισμένου θαλασσινού αλατιού, που περιέχει μεταλλικά και άλλα θρεπτικά συστατικά βοηθάει σημαντικά.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s