Nάρκωση Αδρανών Αερίων

1

  

Γενικά ως αδρανή αέρια χαρακτηρίζονται τα αέρια εκείνα που υπό κανονικές συνθήκες παρουσιάζουν μηδενική ή ελάχιστη αντιδραστικότητα, δηλαδή δεν προκαλούν, αλλά ούτε συμμετέχουν σε χημική αντίδραση. Στη κατηγορία αυτή υπάγονται τα ευγενή αέρια, όπως το ήλιο, το νέο, το αργό, αλλά και το άζωτο και το διοξείδιο του άνθρακα υπό ειδικές συνθήκες.

Θεωρούμε ότι ο ατμοσφαιρικός αέρας είναι μίγμα αερίων και αποτελείται κατά προσέγγιση από 78%  άζωτο,  21%  οξυγόνο και  περί το 1% από άλλα αέρια όπως αργό, νέο, ήλιο, διοξείδιο του άνθρακα κλπ.  Το καθένα από αυτά ασκεί πίεση όση και η αναλογία του στο μίγμα και η συνολική πίεση του μίγματος είναι ίση με το άθροισμα των μερικών πιέσεων του κάθε αερίου χωριστά. (Νόμος του Dalton).

Στην επιφάνεια της θάλασσας, ο ατμοσφαιρικός αέρας έχει πίεση περιβάλλοντος 1 atm ή 760 mmHg.

Αυτό που μας ενδιαφέρει στη κατάδυση, είναι οι μερικές πιέσεις των αερίων στους πνεύμονες του δύτη και κατ’ επέκταση στους ιστούς του σώματος. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε, ότι ο μεταβολισμός του οξυγόνου από το ανθρώπινο σώμα, παράγει διοξείδιο του άνθρακα, αέριο που δεν περιέχεται στο εισπνεόμενο μίγμα από τις φιάλες μας. Επίσης στους πνεύμονες συναντάμε και ένα ποσοστό υγρασίας.

Έτσι λοιπόν, στην επιφάνεια της θάλασσας, η μερική πίεση του αζώτου (PΝ), του οξυγόνου (2), του διοξειδίου του άνθρακα (PCO2), και των υδρατμών (Pυδρατμών) στους πνεύμονες, είναι αντίστοιχα :

  • PN = 573 mmHg
  • PO2 = 100 mmHg
  • PCO2 = 40 mmHg
  • Pυδρατμών = 47 mmHg

760 mmHg = 1 atm 

Το ανθρώπινο σώμα κατά τη διάρκεια μίας κατάδυσης, υποβάλλεται σε αυξημένες και μεταβαλλόμενες πιέσεις περιβάλλοντος (πίεση > 1 atm). Αυτές οι μεταβολές, επηρεάζουν τις μερικές πιέσεις και τη πυκνότητα των αερίων στους πνεύμονες και κατ’ επέκταση στους διαφόρους ιστούς του σώματος. Για αυτό το λόγο, διάφοροι κανόνες/μοντέλα έχουν αναπτυχθεί για να περιγράψουν τη διαδικασία απορρόφησης, αποβολής, αλλά και των επιδράσεων των αερίων στον ανθρώπινο οργανισμό υπό αυτές τις συνθήκες, έτσι ώστε να καταστήσουν ασφαλή την πραγματοποίηση μίας αυτόνομης κατάδυσης.

Νάρκωση.

Αποτελεί μια από τις γνωστές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, αποτελέσματα εισπνοής αερίων υπό υψηλή πίεση. Ως νάρκωση ορίζουμε την προοδευτική εμφάνιση διαφόρων συμπτωμάτων, κατά την έκθεση του δύτη σε υπερβαρικό περιβάλλον. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν από ήπια ευφορία, έως ανικανότητα, απώλεια των αισθήσεων και θάνατο σε βαριές μορφές και σε μεγάλα βάθη.

Τα αιτία της νάρκωσης σχετίζονται με την αυξημένη διαλυτότητα των αερίων στις κυτταρικές μεμβράνες που αποτελούνται από λιπίδια, ως αποτέλεσμα των αυξημένων πιέσεων (νόμος του Henry), μεταβάλλοντας την αγωγιμότητα τους και μειώνοντας τις νευρικές ώσεις. Παρόλο που ναρκωτικές ιδιότητες των αερίων μελετώνται για περισσότερο από 100 χρόνια, ο ακριβής μηχανισμός είναι άγνωστος.

Σύμφωνα με τους Meyer και Overton , η ναρκωτική δραστικότητα ενός αναισθητικού μπορεί γενικά να προβλεφθεί από τη διαλυτότητά του, σε λάδι ελιάς.

2

Όπως παρατηρείτε από τον παραπάνω πίνακα, μεταξύ του ήλιου (λίγο ναρκωτικό)  και του ξένο (πολύ ναρκωτικό), εμφανίζεται και το οξυγόνο δύο φορές πιο ναρκωτικό από το άζωτο !

Nάρκωση Αζώτου.

Συμπτώματα νάρκωσης αζώτου μπορούν να εμφανιστούν και σε καταδύσεις βαθύτερες των -10μ (PN = 1192 mmHg) αλλά συνήθως δεν είναι αισθητά. Σε ήπια νάρκωση μπορεί να παρατηρηθεί ευφορία, όσο όμως αυξάνεται το βάθος συμπτώματα όπως νοητική επιβράδυνση,  υπνηλία, σύγχυση κλπ.  μπορεί να εμφανιστούν.  Οι πιο επικίνδυνες πτυχές της νάρκωσης είναι η μείωση της κρίσης, η απώλεια λήψης αποφάσεων και της εστίασης. Ο δύτης μπορεί να αισθάνεται υπερβολική αυτοπεποίθηση, αγνοώντας τις πρακτικές ασφαλούς κατάδυσης. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη μέθοδο να προβλέψει κανείς το βάθος όπου η νάρκωση θα γίνει αισθητή.

 Οι δύτες μπορούν να μάθουν να αντιμετωπίζουν κάποια από τα συμπτώματα της νάρκωσης, (όπως ανάδυση σε μικρότερο βάθος) αλλά είναι αδύνατον να αναπτύξουν κάποια ανοχή. Τα συμπτώματα ποικίλουν ανάλογα το δύτη, το προσωπικό και ιατρικό ιστορικό του. Η νάρκωση επηρεάζει όλους τους δύτες, και η ευαισθησία ποικίλλει από μέρα σε μέρα, απο κατάδυση σε κατάδυση, αλλά και με τη δράση παραγόντων όπως η υπερκαπνία, η κούραση, το αλκοόλ, η φαρμακευτική αγωγή και η υποθερμία.

Συμπτώματα.

  • Μη αντιληπτά συμπτώματα, ή χωρίς συμπτώματα.
  • Ήπια ευφορία.
  • Μειωμένη κρίση.
  • Υπερβολική αυτοπεποίθηση και αίσθηση ευημερίας.
  • Μη αποτελεσματική εκτέλεση δεξιοτήτων.
  • Απώλεια της αίσθησης του χρόνου.
  • Υπερδιέγερση.
  • Focus σε ένα πράγμα.
  • Καθυστερημένη απάντηση σε σήματα, οδηγίες και άλλα ερεθίσματα.
  • Λάθη υπολογισμών και λάθος επιλογές.
  • Άγχος.
  • Σύγχυση.
  • Υπνηλία.
  • Παραισθήσεις.
  • Περιστασιακή ζάλη.
  • Τρόμος.
  • Δυσκολία συγκέντρωσης και νοητική σύγχυση.
  • Απώλεια μνήμης.
  • Αυξημένη ένταση όρασης και ακοής.
  • Μανιακά ή καταθλιπτικά συμπτώματα.
  • Αίσθηση επικείμενου blackout.
  • Σε βαριές μορφές απώλεια των αισθήσεων, θάνατος.

Νάρκωση διοξειδίου του άνθρακα.

O μεταβολισμός του οξυγόνου στο ανθρώπινο σώμα, παράγει διοξείδιο του άνθρακα. Αποτελεί βασικό ρυθμιστή της αναπνοής και παράγοντα ισορροπίας οξέων-βάσεων του αίματος. Ρυθμίζει τη διαστολή των αιμοφόρων αγγείων και κατά συνέπεια τη κυκλοφορία του αίματος. Είναι απαραίτητο για την απελευθέρωση του οξυγόνου από την αιμοσφαιρίνη ( Φαινόμενο Bohr ), ασκεί σημαντική επίδραση στη καρδιά και μπορεί να παραχθεί από το σώμα σε ποσότητες έως 200ml/min. Αποτελεί ναρκωτικό αέριο ικανό να καταστείλει τις αισθήσεις μέχρι σε βαθμό ολικής απώλειας. Παρόλο που είναι 25 φορές περισσότερο λιποδιάλυτοαπό το άζωτο,είναι 130 φορές πιο ναρκωτικό και δεν υπόκειται στο κανόνα των Meyer και Overton. Η νάρκωση διοξειδίου μπορεί να συνυπάρχει με τη νάρκωση αζώτου.

Το νευρικό σύστημα ρυθμίζει τον αερισμό των πνευμόνων  για τη διατήρηση σταθερής μερικής πίεσης διοξειδίου στο σώμα, η οποία κυμαίνεται μεταξύ 35-45 mmHg σε κατάσταση ηρεμίας. Όταν η παραγωγή διοξειδίου αυξάνεται (άσκηση), o αερισμός των πνευμόνων αυξάνεται για τη διατήρηση των φυσιολογικών τιμών του. Ο όγκος του αερίου που αναπνέουμε ελέγχει την  απομάκρυνση του διοξειδίου από τον σώμα. Το διοξείδιο είναι πολύ διαλυτό στο αίμα, και ένας μεγάλος όγκος του υπάρχει διαλυμένος σε αυτό. Αυτό σημαίνει ότι για τη μείωση της μερικής πίεσης του στο σώμα πρέπει να αφαιρεθεί ένα μεγάλο ποσό του. Αν δεν αυξηθεί o αερισμός των πνευμόνων, αντίστοιχα με την αύξηση της παραγωγή διοξειδίου τότε η μερική πίεση του θα αυξηθεί.

Μερική πίεση και συμπτώματα.

  • 50-60 mmHg,  μειώνονται σημαντικά οι νοητικές ικανότητες όπως αριθμητική και διαχωρισμός  χρωμάτων,  καθώς και ο συντονισμός ματιού-χεριού.
  • 70-75 mmHg μειώνετε το επίπεδο των αισθήσεων.
  • 80-90 mmHg, προκαλείται πλήρη ανικανότητα εκτίμησης της κατάστασης.
  • 100-120 mmHg  προκαλείται απώλεια αισθήσεων.
  • 220-300 mmHg, από την εισπνοή 30%-40% διοξειδίου, προκαλείται χειρουργική αναισθησία, καθώς και σημαντική διαταραχή στην οξεοβασική ισορροπία.

Όπως παρατηρείτε παραπάνω, με την ελάχιστη αύξηση του  (50-60 mmHg ) έχουμε συμπτώματα .

Αίτια αύξησης διοξειδίου.

  • Αύξηση της μυϊκής δραστηριότητας.
  • Αύξηση του μεταβολισμού.
  • Φαρμακευτική αγωγή.
  • Πυκνότητα αερίου / αύξηση βάθους.
  • Αναπνοή αερίου πλούσιου σε διοξείδιο
  • Η αναπνοή από demand valve ρυθμιστές.
  • Kατακράτηση διοξειδίου. (αναπνευστική ή κυκλοφορική ανεπάρκεια, αυξημένη πυκνότητα αερίου )
  • Ταχεία και επιπόλαιη αναπνοή.
  • Περιορισμός της αναπνευστικής ικανότητάς απο καταδυτικές στολές, ιμάντες, εξοπλισμό.
  • Skip Breathing.
  • Κάθε λεπτό χωρίς αναπνοή αυξάνει τη μερική πίεση διοξειδίου κατά 3 mmHg.
  • Υπάρχουν δύτες (CORetainers) που τείνουν να αναπνέουν μη αποδοτικά. Δυστυχώς δεν υπάρχει αξιόπιστος τρόπος να προσδιοριστούν.

Αυξημένα ποσοστά διοξειδίου  = αυξημένη απελευθέρωση οξυγόνου = Κίνδυνος Τοξικότητας Οξυγόνου

Εάν ένας δύτης έχει συμπτώματα νάρκωσης διοξειδίου, θα πρέπει να σταματήσει την προσπάθεια και να χαλαρώσει. Αυτό θα μειώσει την παραγωγή διοξειδίου. θα πρέπει να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για τον αερισμό και την εξάλειψη του περίσσιου διοξειδίου. Εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, τότε η κατάδυση θα πρέπει να τερματιστεί. Η ανάδυση σε μικρότερο βάθος ωφελεί από τη μείωση της πυκνότητας του αερίου και θα επιτρέψει αποτελεσματικότερο αερισμό. Δύτες που δεν είναι σε θέση να αντιδράσουν, θα πρέπει να μεταφερθούν σε μικρότερο βάθος. Η εξάλειψη του πλεονάζοντος διοξειδίου και η ανάκτηση της συνείδησης μπορεί να είναι δυνατή όταν η πυκνότητα του αερίου είναι μειωμένη ( μικρότερο βάθος ).

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s